Στάζουν μοναξιά τα φεγγάρια, κομμάτια θέλεις να κάνεις τη σιωπή που σε τυλίγει. Κι όταν μονολογείς πως δεν αξίζεις την αγάπη, όταν θαρρείς η μοναξιά είναι κατάρα, είναι χαμένα τα δάκρυα που θόλωσαν τα μάτια σου.
Είναι μια πόρτα η μοναξιά, τούτο το δώμα σου ανήκει, άγγιξε τους τοίχους που θέλεις τόσο να γκρεμίσεις, βρες εκείνα τα χρώματα που λείπουν στην κασετίνα της ψυχής, στήσε το καβαλέτο σου, βούτηξε σε εκείνο το ουράνιο τόξο που αντίκρισες για πρώτη φορά.
Είν’ ευλογία η μοναξιά, κι αν σε πονά θα πάψει, συνέχισε τα χρώματα σου να σκορπάς, κι οι τοίχοι που σε κύκλωσαν θα μοιάζουν χάρτινοι στα μάτια σου. Αναπολείς μια συντροφιά, ανοίγοντας παλιές σελίδες που σε βγάζουν ξανά στα ίδια μονοπάτια. Μα ρώτα την ψυχή σου μια φορά, κοίτα σε κείνο τον καθρέφτη που έπαψες. Μονάχα την αλήθεια θα σου πει, Μονάχα εκείνη ξέρει.. σε νοιώθε να πονάς μέσα σε άδειες αγκαλιές, να ζαλίζεσαι με τον καπνό που έγιναν ξανά τα όνειρά σου. φτερά σου.
Στάσου μπροστά στη φλόγα που σιγοκαίει μέσα σου, ρίξε μέσα της προσάναμμα σελίδα σελίδα που βαραίνει τα φτερά σου.
Ζέστανε την παγωμένη σου καρδιά, στέγνωσε τα δάκρυα που καίνε τα βλέφαρά σου, νοίωσε το χάδι της φωτιάς που ανάβεις και πέταξε μέσα της κείνους τους τοίχους που τώρα μοιάζουν χάρτινοι. Άνοιξε τα φτερά σου, και ξεμακραίνοντας θα βρεις το δικό σου φάρο… είναι ευλογία η μοναξιά.
